ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ

Εμπιστευτικές Πηγές


Πρακτικές

Οι δημοσιογράφοι εάν δημοσιεύσουν μία είδηση, μπορούν να χρησιμοποιήσουν την εμπιστευτική πληροφορία ως ένα σημείο εκκίνησης και να βρουν, έπειτα, αξιόπιστες πηγές, είτε μιλήσουν επίσημα, είτε off the record, πάνω στις οποίες θα μπορέσουν να βασίσουν την ιστορία τους.

Κάθε μικρό βήμα που κάνει ο δημοσιογράφος μας για να διαβεβαιώσει τον αναγνώστη ή το χρήστη ότι έχει προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει αξιόπιστες πηγές αποτελεί ένα σημαντικό βήμα. Η χρήση όρων όπως «εμπιστευτικές», «ανώνυμες», ή «άγνωστες πηγές» πλήττει πιθανά την αξιοπιστία του δημοσιογράφου και σε καμία περίπτωση δε τον καθιστά ακριβή ως προς αυτό που λέει. Επομένως, θα πρέπει να αποφεύγει τη χρήση τέτοιου είδους όρων.

Εξαιτίας της δέσμευσης των δημοσιογράφων έναντι των πηγών τους για εμπιστευτικότητα, συνήθως δε μπορούν να τις επαληθεύσουν ρωτώντας άλλες πηγές σχετικά με την αξιοπιστία τους. Oρισμένες φορές, όμως, μια εμπιστευτική πηγή μπορεί να φέρει το δημοσιογράφο σε επαφή με μια αξιόπιστη δική του επαφή, ώστε η δεύτερη να μπορεί να εγγυηθεί για την αξιοπιστία της πρώτης.

Άλλες φορές, μια πηγή που εμπιστεύεται ο δημοσιογράφος ενδέχεται να του προτείνει να επικοινωνήσει με τρίτο πρόσωπο που αιτείται την εμπιστευτικότητα, δηλαδή μια πηγή που ζητά να διατηρήσει την ανωνυμία της.

Πότε παρέχουμε εμπιστευτικότητα σε μία πηγή;
Προτού ένας δημοσιογράφος παράσχει εμπιστευτικότητα, θα πρέπει να κάνει μια λεπτομερή συζήτηση για τους λόγους σχετικά με τους οποίους η πηγή αποφεύγει να αναλάβει επισήμως την ευθύνη των όσων υποστηρίζει, πράγμα το οποίο συμβαίνει ακριβώς όταν ο δημοσιογράφος δεν την κατονομάζει.

Συστήνεται στο δημοσιογράφο μας να εξηγήσει στην πηγή του ότι τα κείμενά του και οι πηγές του κερδίζουν σε αξιοπιστία όταν χρησιμοποιεί τα ονόματά τους μέσα σ’ αυτά, καθώς και να προσπαθήσει να αποκτήσει μια ενδελεχή κατανόηση των κινήτρων που οδηγούν την πηγή στο να αποκαλύψει αυτά που θέλει.

Μερικές φορές η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει ότι η πηγή δεν είναι αρκετά σίγουρη για αυτό που λέει, ώστε να το υποστηρίξει κι επισήμως. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το γνωρίζει ο δημοσιογράφος. Ίσως η πηγή να μη μοιράζεται πληροφόρηση από πρώτο χέρι, οπότε, σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να της ζητήσει να τον βοηθήσει, ώστε να έρθει σε επαφή με την αρχική πηγή ή προέλευση της πληροφορίας.

Ο δημοσιογράφος μπορεί να χτίσει σχέσεις αξιοπιστίας με την πηγή, λέγοντας ότι δεν χρησιμοποιεί πηγές από δεύτερο χέρι και να ζητήσει τη βοήθεια αυτού του ατόμου στο να του αποκαλύψει ή/και να τον οδηγήσει στην αρχική πηγή.

Εάν ο λόγος που η πηγή ζητά εμπιστευτικότητα είναι αστήρικτος, ο δημοσιογράφος πρέπει να πιέσει την πηγή και να δει εάν και κατά πόσον μπορεί να την πείσει να μιλήσει επίσημα. Καλό είναι οι δημοσιογράφοι να είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν μια πηγή, της οποίας ο λόγος που ζητά εμπιστευτικότητα είναι τόσο αβάσιμος, ώστε τους κάνει να αμφιβάλλουν για την αξιοπιστία της.

Ο δημοσιογράφος μπορεί να ρωτήσει την πηγή, ποιος άλλος ενδέχεται να κατέχει τη συγκεκριμένη πληροφορία ή εάν και κατά πόσον υπάρχουν σχετικά έγγραφα. Εάν η πηγή του παράσχει τα έγγραφα, δεν χρειάζεται ποτέ να ονοματίσει την πηγή ή να κάνει χρήση μιας ανώνυμης πηγής: απλώς παραθέτει τα έγγραφα.

Ωστόσο, δύο είναι τα κριτήρια που πρέπει να έχει κατά νου ο δημοσιογράφος, όταν κάνει χρήση αυτών των εγγράφων: πρώτον, εάν η πηγή είχε νόμιμη πρόσβαση σε αυτά ή εάν αποτελούν προϊόν κλοπής και δεύτερον, ποιος είναι ο βαθμός εγκυρότητάς τους.

Εάν κάποιος άλλος διαθέτει τη συγκεκριμένη πληροφορία, ο δημοσιογράφος μπορεί να δοκιμάσει να δει, εάν το πρόσωπο αυτό επιθυμεί να μιλήσει ανοικτά κι επωνύμως. Εάν ένα πρόσωπο είναι η μοναδική πηγή πληροφόρησης για μια συγκεκριμένη είδηση, τότε ο δημοσιογράφος θα είχε έναν λόγο παραπάνω ώστε να του παράσχει εμπιστευτικότητα.

Όσο πιο σημαντική είναι μια πληροφορία, τόσο πιο πρόθυμος είναι ο δημοσιογράφος ώστε να καταλήξει σε μια συμφωνία με την πηγή. Εάν η πληροφορία δε φαίνεται και τόσο σημαντική, ο δημοσιογράφος καλείται να σκεφτεί να ακολουθήσει μία από τις παρακάτω δύο προσεγγίσεις:

  1. Να πει στην πηγή ότι δεν επιθυμεί να μιλήσει μαζί της, εκτός κι αν αυτή δηλώσει πρόθυμη να τοποθετηθεί επισήμως (on the record). 
  2. Να πει στην πηγή ότι θα ήθελε να ακούσει την πληροφορία για λόγους παρασκηνίου, αλλά πως είναι απίθανο να τη χρησιμοποιήσει χωρίς να υπάρχει κάποιο όνομα. Αυτό ενδεχομένως θα τον βοηθήσει να καταλάβει το θέμα καλύτερα ή θα τον οδηγήσει σε μια άλλη πηγή.

Οι δημοσιογράφοι δε μπορούν ποτέ να έχουν μια ξεκάθαρη εικόνα για το είδος της πληροφορίας, προτού παράσχουν εμπιστευτικότητα στην πηγή που τους τη μεταφέρει. Μερικές φορές, μπορούν να πάνε στην επιλογή 1 κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, λέγοντας ότι εάν τα πράγματα μπορούν να φτάσουν μέχρι ενός σημείου, τότε δεν επιθυμούν να συνεχίσουν να μιλάνε off the record. Σε αυτή την περίπτωση, είναι πιθανό να καταφύγουν στην επιλογή 2, ευχαριστώντας την πηγή, αλλά λέγοντας ότι μάλλον δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσουν αυτή την πληροφορία εκτός κι αν μπορέσουν να προσθέσουν κάποιο όνομα σε αυτή.

Οι πληροφορίες που προέρχονται από ανώνυμες πηγές έχουν κάποια αξία, εάν λένε την αλήθεια. Εάν μια πηγή δίνει πληροφορίες στον δημοσιογράφο, τότε αυτός μπορεί να αναζητήσει έγγραφα σχετικά με αυτήν ή να την επαληθεύσει μέσω άλλων πηγών. Μπορεί να περιγράψει πώς η πηγή γνωρίζει τη συγκεκριμένη πληροφορία, παρέχοντας αξιοπιστία στην πληροφορία που έχει λάβει. Η πληροφορία τότε θα έχει αξία, ασχέτως της πηγής.

Ωστόσο, η αξία μιας γνώμης εξαρτάται απολύτως από το πρόσωπο που την εκφράζει. Ένα πρόσωπο που ασκεί κριτική σε άλλους και δεν υποστηρίζει επώνυμα τη γνώμη του χαρακτηρίζεται από δειλία, και οι δημοσιογράφοι δε θα πρέπει να τιμούν τέτοιες γνώμες, δημοσιεύοντάς τες. Οι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι πιο πρόθυμοι να παράσχουν εμπιστευτικότητα σε μια πηγή που προσέγγισαν οι ίδιοι και είναι διστακτική ως προς το να τους μιλήσει, παρά σε μια πηγή που τους πλησιάζει με πληροφορίες, τις οποίες πιστεύει ότι θα δημοσιεύσουν.

Όταν ξεκινάνε τη συζήτηση, οι δημοσιογράφοι πρέπει να προσπαθήσουν να πείσουν την πηγή να τους βοηθήσει με την ιστορία. Η εμπιστευτικότητα είναι μια τεχνική που μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να ξεκινήσουν τη συζήτηση. Μπορούν αμέσως να καταλάβουν γιατί η πηγή διστάζει να αποκαλυφθεί. Μπορούν να καταφέρουν να πείσουν το πρόσωπο να μιλήσει επισήμως (on the record) καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης ή σε ένα μέρος της, εάν χρησιμοποιήσουν την εμπιστευτικότητα, ώστε να ξεκινήσει η συζήτηση και να δώσουν στον εαυτό τους χρόνο, ώστε να καλλιεργήσουν σχέσεις εμπιστοσύνης με την πηγή.

Αλλά όταν μια πηγή τους πλησιάζει με μια πληροφορία και θέλει να παραμείνει ανώνυμη, οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τους εμπαίζει. Σε πολλές περιπτώσεις η πηγή που τους πλησιάζει δεν είναι η αληθινή πηγή, αλλά ένα πιόνι ή θέλει να τους μετατρέψει σε πιόνια. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να της παράσχουν εμπιστευτικότητα.

Η πηγή μπορεί να τους δώσει σημαντική πληροφόρηση, την οποία μπορεί να επιβεβαιώσουν αλλού. Ένας τρόπος προσέγγισης, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν μια πολύ πρόθυμη πηγή που τους πλησιάζει και ξεκινά μια συζήτηση με δική της πρωτοβουλία, είναι να παράσχουν εμπιστευτικότητα ως προς τη συζήτηση, αλλά να ξεκαθαρίσουν ότι ενδεχομένως δε θα δημοσιεύσουν την πληροφορία, εκτός κι αν το πρόσωπο μιλήσει επισήμως ή εκτός κι αν μπορέσουν οι ίδιοι να επαληθεύσουν την πληροφορία κατά ανεξάρτητο τρόπο.

Συστήνεται στους δημοσιογράφους να αντιδράσουν και να ρωτήσουν ευθέως το συγκεκριμένο πρόσωπο γιατί δε θέλει να αποκαλυφθεί, αφού είναι τόσο πρόθυμο να δει δημοσιευμένη την πληροφορία που δίνει. Οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να είναι πιο πρόθυμοι να παράσχουν εμπιστευτικότητα σε μια ευάλωτη πηγή παρά σε μια άλλη, πιο ισχυρή. Ωστόσο, πρέπει να έχουν κατά νου ότι η ισχύς και η αδυναμία είναι δύο έννοιες «σχετικές». Κάποιοι αξιωματούχοι κάνουν κατάχρηση της εξουσίας τους, διαρρέοντας απόρρητες πληροφορίες για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Οι δημοσιογράφοι έχουν υπάρξει πολύ ανεκτικοί με πολλούς ισχυρούς ανθρώπους, που προσπαθούν να αποφύγουν τον σκόπελο της λογοδοσίας και να πετύχουν αυτό στο οποίο στοχεύουν, κρυπτόμενοι πίσω από δημοσιογράφους.

Ίσως είναι καλύτερο για τους δημοσιογράφους να χάσουν κάποια ρεπορτάζ, παρά να εισέλθουν σε τέτοιου είδους ετεροβαρείς σχέσεις εξάρτησης. Καλό είναι να έχουν υπ’ όψιν τους ότι κάποιες από τις πληροφορίες που λαμβάνουν από τέτοιες πηγές μπορεί να είναι ψευδείς ή παραπλανητικές, καθώς αυτές επιλέγουν να διαρρεύσουν αποσπασματικές ή ψεύτικες πληροφορίες ακριβώς επειδή δεν υπόκεινται σε λογοδοσία.

Εάν η ιστορία που δημοσιεύει ένας δημοσιογράφος εμπίπτει στη δικαιοδοσία του νόμου ή αν η πολιτεία δε διαθέτει κάποιο νόμο - ασπίδα που προστατεύει το δικαίωμα της δημοσίευσης στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα πρέπει να αναλογιστεί εάν και κατά πόσον οι αστυνομικές ή οι δικαστικές αρχές θα επιχειρήσουν να τον πιέσουν, για να αποκαλύψει την πηγή του.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο δημοσιογράφος πρέπει να αποφασίσει εάν αυτή η ιστορία, η πληροφορία που του παρέχει η πηγή, αλλά κι η πηγή αυτή καθαυτή, αξίζουν τόσο, ώστε να βρεθεί ακόμη και απολογούμενος. Ας έχει κατά νου ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να υπολογίσει προτού παράσχει εμπιστευτικότητα, κι όχι μόνον πριν δημοσιεύσει την ιστορία του.

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι όλες οι ιστορίες που βασίζονται σε εμπιστευτικές πηγές δεν ενέχουν υποχρεωτικά τον κίνδυνο να βρεθεί ένας δημοσιογράφος στο εδώλιο. Πολλές από αυτές, μάλιστα, δεν ενέχουν κανένα απολύτως ρίσκο.

Εάν ένας δημοσιογράφος υπόσχεται εμπιστευτικότητα σε μια πηγή, ιδίως σε κάποια που ενδεχομένως θα τραβήξει την προσοχή των αστυνομικών αρχών ή των μυστικών υπηρεσιών, πρέπει να σκεφτεί κατά πόσο μπορεί να κρατήσει αυτή την υπόσχεση.

Οι σχέσεις μεταξύ των δημοσιογράφων και των πηγών τους απαιτούν εμπιστοσύνη. Η πηγή πρέπει να εμπιστευτεί το δημοσιογράφο, ώστε αυτός να καταλάβει την ιστορία και να τη μεταδώσει με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Ο δημοσιογράφος πρέπει να εμπιστευτεί την πηγή ότι του λέει την αλήθεια.

Η εμπιστοσύνη για μια πηγή εξαρτάται από τρία πράγματα:
  • Από την αξιολόγηση ως προς την προσωπική αξιοπιστία της πηγής. 
  • Από την έρευνα που έχει κάνει ο δημοσιογράφος σχετικά με το πώς η πηγή ξέρει αυτά που υποστηρίζει ότι ξέρει. Μια έμπιστη πηγή μπορεί πάντα να κάνει λάθος ή να θυμάται κάτι λάθος. «Πώς το ξέρετε αυτό;» και «Πώς αλλιώς το ξέρετε αυτό;» είναι οι πιο σημαντικές ερωτήσεις στη δημοσιογραφία και είναι απαραίτητες, προκειμένου να υποβάλλει ο δημοσιογράφος τα κατάλληλα ερωτήματα κάθε φορά που έρχεται αντιμέτωπος με ανώνυμες πηγές. 
  • Από την ικανότητα του δημοσιογράφου να επαληθεύσει αυτό που του λέει η πηγή. Δε χρειάζεται να μετατρέψει την απαίτησή του για τεκμηρίωση, με έγγραφα ή άλλα στοιχεία, σε αμφισβήτηση της ειλικρίνειας της πηγής. Καθετί που μπορεί να επαληθεύσει μέσω άλλων πηγών είναι κάτι για το οποίο δε χρειάζεται να εναποθέσει όλες του τις ελπίδες σε μία μόνο πηγή και κάτι το οποίο δύσκολα μπορεί να οδηγήσει πίσω σ’ αυτήν. 
Μερικές φορές, ο δημοσιογράφος δε θα μπορεί να επαληθεύσει όλα τα γεγονότα που του λέει μια πηγή. Αλλά αν μπορέσει να επαληθεύσει μερικά εξ αυτών, θα αποκτήσει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ειλικρίνεια της πηγής και την ακρίβεια των λεγομένων της. Πολλές ιστορίες που βασίζονται σε ανώνυμες πηγές είναι ιστορίες που κάποτε (ή πολύ σύντομα) θα δημοσιευτούν έτσι κι αλλιώς. 

Είναι πιθανό να δημοσιευτεί τελικά μια ιστορία από τα περισσότερα Μέσα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, εκτός και αν ο δημοσιογράφος ή/και ο Οργανισμός στον οποίο δουλεύει αποφασίσει να κρατάει εν γένει μια σκληρή στάση απέναντι στις ανώνυμες πηγές. Το ζητούμενο κάθε φορά δεν είναι η εφήμερη επιτυχία, αλλά το μήνυμα που εν τέλει μεταφέρεται στους αναγνώστες και το οποίο, ουσιαστικά κρίνει και την αξιοπιστία τόσο του δημοσιογράφου, όσο και του Μέσου.

Όταν οι δημοσιογράφοι μας συζητάνε για εμπιστευτικότητα, θα πρέπει να είναι συγκεκριμένοι αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας, και το τι κατανοεί ως τέτοια, η άλλη πλευρά. Να βεβαιωθούν ότι η πηγή καταλαβαίνει ότι θα χρειαστούν έγγραφα και άλλες επίσημες πηγές που να επιβεβαιώνουν την πληροφορία.

Συστήνεται να συζητούν ευθέως μαζί της για το εάν και κατά πόσον μπορούν να αποδώσουν ονομαστικά τη συγκεκριμένη πληροφορία στη συγκεκριμένη πηγή ή εάν απλώς πρόκειται για μια χρήσιμη πληροφορία, που μπορεί να τους οδηγήσει αλλού.

Εάν μπορούν να της την αποδώσουν, καλούνται να συζητήσουν πώς θα αναφέρονται σε αυτήν και να αποφύγουν να συμφωνήσουν σε μια περιγραφή που θα ήταν ανακριβής ή παραπλανητική.

Ένας ευρύς και γενικός χαρακτηρισμός (μια «κυβερνητική πηγή») είναι καλύτερος από έναν άλλον που είναι παραπλανητικός. Ιδίως εάν το πρόσωπο δε συμφωνεί σε μια πιο συγκεκριμένη και χρήσιμη περιγραφή σχετικά με το ποιος είναι («ένας στενός συνεργάτης του αντιπροέδρου»), συστήνεται στους δημοσιογράφους να διαπραγματευτούν το τι μπορούν να πουν σχετικά με το πώς γνωρίζει αυτό το πρόσωπο την πληροφορία (“σύμφωνα με πρόσωπο που διάβασε την έκθεση”).

Οι δημοσιογράφοι μας θα πρέπει να έχουν συζητήσει με τους διευθυντές σύνταξης για το τι θα συμβεί εάν η πηγή ψεύδεται. Εάν για παράδειγμα θα ήταν διατεθειμένοι να αποκαλύψουν μία πηγή, που τους έχει πει ψέματα. Μια πηγή μπορεί να έχει παραπληροφορηθεί η ίδια. Ωστόσο, μια κακή πληροφορία δε συνιστά πάντα ένα ψέμα.

Αντικείμενο συζήτησης διευθυντή - δημοσιογράφου πρέπει να αποτελεί το τι θα συμβεί εάν κλητευθεί ο δημοσιογράφος να καταθέσει σε δικαστήριο. Πρέπει να έχει αποφασίσει εάν θα ήταν διατεθειμένος να κατηγορηθεί για την προστασία της πηγής του. Αν η πηγή του θα έβγαινε στο προσκήνιο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εάν όμως η πηγή έχει παρανομήσει, δίνοντας τη συγκεκριμένη πληροφορία στο δημοσιογράφο, θεωρείται μάλλον απίθανο να αποκαλυφθεί από μόνη της.

Μερικές φορές, ισχυροί άνθρωποι μιλούν με δημοσιογράφους σε παρασκηνιακές ενημερώσεις, όπου συζητούν θέματα υπό τον όρο ότι δε θα αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους. Οι ρεπόρτερ πρέπει να ενίστανται με σθένος και να προσπαθούν να πείσουν την πηγή να πει αυτά που έχει να πει επισήμως.

Οι δημοσιογράφοι μπορούν να σκεφτούν, μάλιστα, να πάνε ένα βήμα παρακάτω, μποϋκοτάροντας τη συγκεκριμένη άτυπη ενημέρωση, εκτός κι αν γνωρίζουν ότι η πληροφορία είναι ασυνήθιστα πολύτιμη. Είναι προτιμότερο να ξοδεύουν το χρόνο τους παίρνοντας επίσημες δηλώσεις ή δημοσιεύοντας ιστορίες που παρουσιάζονται από επίσημες πηγές, παρά να συμμετέχουν με δημοσιογράφους άλλων Μέσων σε μια διαδικασία που πλήττει την αξιοπιστία όλων.

Οι δημοσιογράφοι μας πρέπει να είναι ιδιαίτερα φειδωλοί όταν μεταφέρουν δηλώσεις εκπροσώπων, χωρίς να χρησιμοποιούν τα ονόματά τους. Εάν μιλούν εκ μέρους ενός αξιωματούχου, ενός οργανισμού ή μιας εταιρείας, θα πρέπει να τοποθετούνται επισήμως.

Μια σπάνια εξαίρεση είναι όταν ο εκπρόσωπος τους παρέχει πληροφόρηση, η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με τον αξιωματούχο ή τον Οργανισμό που εκπροσωπεί. Σε αυτήν την περίπτωση, ο δημοσιογράφος θα είχε ισχυρούς λόγους να παράσχει εμπιστευτικότητα σε έναν εκπρόσωπο, που θα του αποκάλυπτε αρνητικές πληροφορίες για το πρόσωπο ή τον Οργανισμό που εκπροσωπεί.

Οι δημοσιογράφοι πρέπει να έχουν κατά νου ότι οι προφορικές δηλώσεις συχνά δεν έχουν καμία σημασία. Ενδέχεται, μάλιστα, να ενισχύσουν την αξιοπιστία τους, δηλώνοντας ανοιχτά στο κοινό τους ότι ο συγκεκριμένος εκπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομά του, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι επικαλέστηκε λόγους οι οποίοι δεν ικανοποιούν τα πρότυπα παροχής εμπιστευτικότητας του εκδοτικού ομίλου στον οποίο οι ίδιοι εργάζονται ως δημοσιογράφοι.

Αφού μιλήσουν μαζί της, πρέπει να δοκιμάσουν ξανά να πείσουν την πηγή να μιλήσει επισήμως.

Στο τέλος της συνέντευξης, να ζητούν ξανά από τις πηγές εάν θέλουν να τοποθετηθούν επίσημα για μέρος ή για το σύνολο αυτών που είπαν. Μερικές φορές πιάνει το να επιστρέψει κανείς στην πηγή, αφού έχει ήδη γράψει την ιστορία και να προσπαθήσει να πάρει συγκεκριμένες φράσεις ή κομμάτια πληροφορίας, αποδίδοντάς τα ονομαστικά κι επίσημα στην εν λόγω πηγή.

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ

Συμπληρώστε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, για να γίνετε μέλος της ΕΝ.Ε.Δ