Κώδικας Δεοντολογίας

ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΌΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΠΗΓΈΣ


Οι διευθυντές σύνταξης οφείλουν να συζητούν με το προσωπικό τους και να προσπαθούν να επιτύχουν έναν συγκεκριμένο βαθμό συνέπειας ως προς το πώς και γιατί μπορούν οι Δημοσιογράφοι του Οργανισμού να παράσχουν εμπιστευτικότητα σε μια πηγή. Οι πηγές που δεν ονοματίζονται αποκαλούνται «ανώνυμες πηγές» ή υπάρχει η εξήγηση στο δημοσίευμα ότι η πηγή ζήτησε την «ανωνυμία» της. Αλλά αυτός ο όρος μπορεί να είναι παραπλανητικός ή ακόμη και ανακριβής, με τρόπους που υπονομεύουν την αξιοπιστία του φορέα. Η αλήθεια είναι πως λίγες ειδήσεις χρησιμοποιούν πληροφορίες από αληθινά ανώνυμες πηγές: ανθρώπους, δηλαδή, των οποίων οι ταυτότητες είναι άγνωστες, τόσο στον δημοσιογράφο όσο και στον ειδησεογραφικό οργανισμό. Εάν οι Δημοσιογράφοι δημοσιεύσουν μία πληροφορία από ανώνυμη πηγή, μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν ως ένα σημείο εκκίνησης για ανεύρεση αξιόπιστων πηγών (ακόμη και σε καθεστώς ανωνυμίας), πάνω στις οποίες θα μπορέσουν να βασίσουν την ιστορία τους. Η κατάχρηση όρων όπως «εμπιστευτικές», «ανώνυμες» ή «άγνωστες πηγές» πλήττει πιθανά την αξιοπιστία του/της δημοσιογράφου και σε καμιά περίπτωση δεν τον καθιστά ακριβή ως προς αυτό που λέει. Επομένως, θα πρέπει να αποφεύγει τη συχνή χρήση τέτοιων όρων. Οι Δημοσιογράφοι που χρησιμοποιούν πηγές, χωρίς να τις κατονομάζουν, συνήθως τις γνωρίζουν καλά. Εάν πρόκειται για πηγές που δεν έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ κατά το παρελθόν, συστήνεται να τους θέτουν εξαντλητικές κι εκτεταμένες ερωτήσεις σχετικά με το πώς γνωρίζουν αυτό που διηγούνται και για ποιο λόγο δεν μπορούν να μιλήσουν δημοσίως. Οι Δημοσιογράφοι μπορούν, επίσης, να κάνουν έρευνα αναφορικά με την αξιοπιστία και τα διαπιστευτήρια των εν λόγω πηγών, για να μπορέσουν να κρίνουν την ακρίβεια και την ορθότητα των όσων αυτές ισχυρίζονται. Εξαιτίας της δέσμευσης των Δημοσιογράφων έναντι των πηγών τους για εμπιστευτικότητα, συνήθως δεν μπορούν να τις επαληθεύσουν ρωτώντας άλλες πηγές σχετικά με την αξιοπιστία τους. Ορισμένες φορές, όμως, μια εμπιστευτική πηγή μπορεί να φέρει τον δημοσιογράφο σε επαφή με μια αξιόπιστη δική του επαφή, ώστε η δεύτερη να μπορεί να εγγυηθεί για την αξιοπιστία της πρώτης. Άλλες φορές, μια πηγή που εμπιστεύεται ο δημοσιογράφος ενδέχεται να του προτείνει να επικοινωνήσει με τρίτο πρόσωπο που αιτείται την εμπιστευτικότητα, δηλαδή μια πηγή που ζητάει να διατηρήσει την ανωνυμία της.       Προτού ένας δημοσιογράφος παράσχει εμπιστευτικότητα, θα πρέπει να κάνει μια λεπτομερή συζήτηση για τους λόγους σχετικά με τους οποίους η πηγή αποφεύγει να αναλάβει επισήμως την ευθύνη όσων υποστηρίζει, πράγμα το οποίο συμβαίνει ακριβώς όταν ο δημοσιογράφος δεν την κατονομάζει. Συστήνεται στον δημοσιογράφο να εξηγήσει στην πηγή του ότι τα κείμενά του και οι πηγές του κερδίζουν σε αξιοπιστία όταν χρησιμοποιεί τα ονόματα Μέσα σ’ αυτά, καθώς και να προσπαθήσει να αποκτήσει μια ενδελεχή κατανόηση των κινήτρων που οδηγούν την πηγή να αποκαλύψει αυτά που θέλει. Μερικές φορές, η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει ότι η πηγή δεν είναι αρκετά σίγουρη γι’ αυτό που λέει, ώστε να το υποστηρίξει κι επισήμως. Ίσως η πηγή να μη μοιράζεται πληροφόρηση από πρώτο χέρι, οπότε, σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να της ζητήσει να τον βοηθήσει, ώστε να έρθει σε επαφή με την αρχική πηγή προέλευσης  της πληροφορίας. Ο δημοσιογράφος μπορεί να χτίσει σχέσεις αξιοπιστίας με την πηγή, λέγοντας ότι δεν χρησιμοποιεί πηγές από δεύτερο χέρι και να ζητήσει τη βοήθεια αυτού του ατόμου να του αποκαλύψει ή/και να τον οδηγήσει στην αρχική πηγή. Εάν ο λόγος που η πηγή ζητά εμπιστευτικότητα είναι αστήρικτος, ο δημοσιογράφος πρέπει να πιέσει την πηγή και να δει εάν και κατά πόσον μπορεί να την πείσει να μιλήσει δημοσίως. Καλό είναι οι Δημοσιογράφοι να είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν μια πηγή, της οποίας ο λόγος που ζητάει εμπιστευτικότητα είναι τόσο αβάσιμος, ώστε τους κάνει να αμφιβάλουν για την αξιοπιστία της. Ο δημοσιογράφος μπορεί να ρωτήσει την πηγή, ποιος άλλος ενδέχεται να κατέχει τη συγκεκριμένη πληροφορία ή εάν και κατά πόσον υπάρχουν σχετικά έγγραφα. Εάν η πηγή του παράσχει τα έγγραφα, δεν χρειάζεται ποτέ να ονοματίσει την πηγή ή να κάνει χρήση μιας ανώνυμης πηγής. Απλώς παραθέτει τα έγγραφα. Σημαντικό είναι να μάθει ο δημοσιογράφος εάν η πηγή είχε νόμιμη πρόσβαση σε αυτά ή εάν αποτελούν προϊόν κλοπής και ποιος είναι ο βαθμός εγκυρότητάς τους. Εάν κάποιος άλλος διαθέτει τη συγκεκριμένη πληροφορία, ο δημοσιογράφος μπορεί να ανιχνεύσει εάν το πρόσωπο αυτό επιθυμεί να μιλήσει ανοιχτά κι επωνύμως. Εάν ένα πρόσωπο είναι η μοναδική πηγή πληροφόρησης για μια συγκεκριμένη είδηση, τότε ο δημοσιογράφος θα είχε έναν λόγο παραπάνω, ώστε να του παράσχει εμπιστευτικότητα. Εάν η πληροφορία δεν φαίνεται και τόσο σημαντική, ο δημοσιογράφος καλείται να πει στην πηγή ότι δεν επιθυμεί να μιλήσει μαζί της, εκτός κι αν αυτή δηλώσει πρόθυμη να τοποθετηθεί δημοσίως. Να πει στην πηγή ότι θα ήθελε να ακούσει την πληροφορία για λόγους παρασκηνίου, αλλά πως είναι απίθανο να τη χρησιμοποιήσει χωρίς να υπάρχει κάποιο όνομα. Αυτό ενδεχομένως θα τον βοηθήσει να καταλάβει το θέμα καλύτερα ή θα τον οδηγήσει σε μια άλλη πηγή. Η αξία μιας γνώμης εξαρτάται απολύτως από το πρόσωπο που την εκφράζει. Ένα πρόσωπο που ασκεί κριτική σε άλλους και δεν υποστηρίζει επώνυμα τη γνώμη του, πρέπει να κάνει τον δημοσιογράφο να μη δημοσιεύει τέτοιες γνώμες. Οι Δημοσιογράφοι πρέπει να είναι πιο πρόθυμοι να παράσχουν εμπιστευτικότητα σε μια πηγή που προσέγγισαν οι ίδιοι και είναι διστακτική ως προς το να τους μιλήσει,  παρά σε μια πηγή που τους πλησιάζει με πληροφορίες, τις οποίες πιστεύει ότι θα δημοσιεύσουν. Οι Δημοσιογράφοι θα πρέπει να είναι πιο πρόθυμοι να παράσχουν εμπιστευτικότητα σε μια ευάλωτη πηγή παρά σε μια άλλη, πιο ισχυρή. Ωστόσο, πρέπει να έχουν κατά νου ότι η ισχύς και η αδυναμία είναι δύο έννοιες «σχετικές». Κάποιοι αξιωματούχοι κάνουν κατάχρηση της εξουσίας τους, διαρρέοντας πληροφορίες για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Οι Δημοσιογράφοι δεν θα πρέπει να είναι ανεκτικοί απέναντι σε ισχυρούς ανθρώπους, που προσπαθούν να αποφύγουν τη λογοδοσία και να πετύχουν αυτό στο οποίο στοχεύουν, κρυπτόμενοι πίσω από δημοσιογράφους. Τα ηλεκτρονικά ίχνη εντοπίζονται εύκολα και όλες οι τεχνικές κρυπτογράφησης μπορούν πολύ εύκολα να αρθούν. Στη σημερινή εποχή, ένας δημοσιογράφος που υπόσχεται παροχή εμπιστευτικότητας θα πρέπει να γνωρίζει τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας κρυπτογράφησης και χρειάζεται να έχει προηγηθεί συζήτηση με τον διευθυντή σύνταξης για του κατάλληλους τρόπους επικοινωνίας ανάμεσα σε αυτόν και την πηγή του, κι αν αυτοί θα συμπεριλαμβάνουν κάποιας ηλεκτρονικής μορφής επικοινωνία. Η πηγή πρέπει να εμπιστευτεί τον δημοσιογράφο, ώστε αυτός να καταλάβει την ιστορία και να τη μεταδώσει με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Από την άλλη, ο δημοσιογράφος πρέπει να είναι σε θέση να εμπιστευτεί την πηγή ότι του λέει την αλήθεια. Πολλές ιστορίες που βασίζονται σε ανώνυμες πηγές, είναι ιστορίες που κάποτε θα δημοσιευτούν. Είναι πιθανόν να δημοσιευτεί τελικά μια ιστορία, εκτός εάν ο δημοσιογράφος ή ο διευθυντής σύνταξης αποφασίσει να κρατάει εν γένει μια σκληρή στάση απέναντι στις ανώνυμες πηγές. Το ζητούμενο κάθε φορά δεν είναι η εφήμερη επιτυχία, αλλά το μήνυμα που μεταφέρεται στους αναγνώστες και το οποίο, ουσιαστικά, κρίνει και την αξιοπιστία, τόσο του/της δημοσιογράφου όσο και του Μέσου. Όταν οι Δημοσιογράφοι συζητάνε για εμπιστευτικότητα, θα πρέπει να είναι συγκεκριμένοι αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας και τι κατανοεί ως τέτοια η άλλη πλευρά. Να βεβαιωθούν ότι η πηγή καταλαβαίνει ότι θα χρειαστούν έγγραφα και άλλες επίσημες πηγές, που να επιβεβαιώνουν την πληροφορία. Εάν μπορούν να αποδώσουν σε μια πηγή μια πληροφορία, καλούνται να συζητήσουν πώς θα αναφέρονται σε αυτήν και να αποφύγουν να συμφωνήσουν σε μια περιγραφή που θα ήταν ανακριβής ή παραπλανητική. Ένας ευρύς και γενικός χαρακτηρισμός (π.χ. μια «κυβερνητική πηγή») είναι καλύτερος από έναν άλλον, που είναι παραπλανητικός. Συστήνεται στους δημοσιογράφους να διαπραγματευτούν το τι μπορούν να πουν σχετικά με το πώς γνωρίζει αυτό το πρόσωπο την πληροφορία (πχ σύμφωνα με πρόσωπο που διάβασε την έκθεση). Οι Δημοσιογράφοι θα πρέπει να έχουν συζητήσει με τους διευθυντές σύνταξης το τι θα συμβεί εάν η πηγή ψεύδεται. Θα ήταν διατεθειμένοι να αποκαλύψουν μία πηγή, που τους έχει πει ψέματα; Καλό είναι να έχουν κατά νου ότι, μερικές φορές, μια πηγή μπορεί να έχει παραπληροφορηθεί η ίδια. Ωστόσο, μια κακή πληροφορία δεν συνιστά πάντα ένα ψέμα. Αντικείμενο συζήτησης πρέπει, επίσης, να αποτελέσει το τι θα συμβεί εάν κλητευθεί ο δημοσιογράφος να καταθέσει, ακόμη και ως κατηγορούμενος, σε δικαστήριο. Μερικές φορές, ισχυροί άνθρωποι (πχ πολιτικοί) μιλούν με δημοσιογράφους σε παρασκηνιακές ενημερώσεις, όπου συζητούν θέματα υπό τον όρο ότι δεν θα αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους. Οι ρεπόρτερ πρέπει να ενίστανται με σθένος όταν μια πηγή θέλει να ενημερώσει μια ομάδα Δημοσιογράφων στο παρασκήνιο και να προσπαθούν να πείσουν την πηγή να πει αυτά που έχει να πει επισήμως. Οι Δημοσιογράφοι θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα φειδωλοί όταν μεταφέρουν δηλώσεις εκπροσώπων, χωρίς να χρησιμοποιούν τα ονόματά τους. Εάν μιλούν εκ μέρους ενός αξιωματούχου, ενός οργανισμού ή μιας εταιρείας, θα πρέπει να τοποθετούνται επισήμως. Μια σπάνια εξαίρεση είναι όταν ο εκπρόσωπός τους παρέχει πληροφόρηση, η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με τον ίδιο ή τον Οργανισμό που εκπροσωπεί.


  • Οι σχέσεις μεταξύ των Δημοσιογράφων και των πηγών τους απαιτούν εμπιστοσύνη. Η πηγή πρέπει να εμπιστευτεί τον δημοσιογράφο, ώστε αυτός να καταλάβει την ιστορία και να τη μεταδώσει με ακριβή και δίκαιο τρόπο
  • Οι Δημοσιογράφοι πρέπει να είναι σε θέση να εμπιστευτούν την πηγή ότι τους λέει την αλήθεια
  • Ο διευθυντής σύνταξης αποφασίζει τη στάση του Μέσου απέναντι στις ανώνυμες πηγές
  • Όταν οι Δημοσιογράφοι συζητάνε για εμπιστευτικότητα, θα πρέπει να είναι συγκεκριμένοι αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας και το τι κατανοεί ως τέτοια η άλλη πλευρά
  • Να βεβαιώνονται ότι η πηγή καταλαβαίνει ότι θα χρειαστούν έγγραφα και άλλες επίσημες πηγές, που να επιβεβαιώνουν την πληροφορία
  • Εάν μπορούν να αποδώσουν σε μια πηγή μια πληροφορία, καλούνται να συζητήσουν μαζί της το  πώς θα αναφέρονται σε αυτήν και να αποφύγουν να συμφωνήσουν σε μια περιγραφή που θα ήταν ανακριβής ή παραπλανητική
  • Ένας ευρύς και γενικός χαρακτηρισμός (π.χ. μια «κυβερνητική πηγή») είναι καλύτερος από έναν άλλον, που είναι παραπλανητικός
  • Συστήνεται στους δημοσιογράφους να διαπραγματευτούν τι μπορούν να πουν σχετικά με το πώς γνωρίζει αυτό το πρόσωπο την πληροφορία (πχ «σύμφωνα με πρόσωπο που διάβασε την έκθεση»)
  • Οι Δημοσιογράφοι θα πρέπει να έχουν συζητήσει με τους διευθυντές σύνταξης το τι θα συμβεί εάν η πηγή ψεύδεται
  • Θα πρέπει να αποφασίσουν εάν είναι διατεθειμένοι να αποκαλύψουν μία πηγή, που τους έχει πει ψέματα
  • Να έχουν κατά νου ότι, μερικές φορές, μια πηγή μπορεί να έχει παραπληροφορηθεί η ίδια. Ωστόσο, μια κακή πληροφορία δεν συνιστά πάντα ένα ψέμα
  • Αντικείμενο συζήτησης πρέπει, επίσης, να αποτελέσει το τι θα συμβεί εάν κλητευθεί ο δημοσιογράφος να καταθέσει, ακόμη και ως κατηγορούμενος, σε δικαστήριο
  • Όταν ισχυροί άνθρωποι (πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες) μιλούν με δημοσιογράφους σε παρασκηνιακές ενημερώσεις, όπου συζητούν θέματα υπό τον όρο ότι δεν θα αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους, η δέουσα αντίδραση είναι να προσπαθούν να πείσουν την πηγή να πει αυτά που έχει να πει επισήμως
  • Οι Δημοσιογράφοι θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα φειδωλοί όταν μεταφέρουν δηλώσεις εκπροσώπων, χωρίς να χρησιμοποιούν τα ονόματά τους
  • Εάν οι πηγές είναι εκπρόσωποι και  μιλούν εκ μέρους ενός αξιωματούχου, ενός οργανισμού ή μιας εταιρείας, θα πρέπει να τοποθετούνται επισήμως
  • Μια σπάνια εξαίρεση είναι όταν ο εκπρόσωπός τους παρέχει πληροφόρηση, η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με τον ίδιο ή τον Οργανισμό που εκπροσωπεί

Στο τέλος μιας συνέντευξης, ο δημοσιογράφος πρέπει να ζητεί ξανά από τις πηγές εάν θέλουν να τοποθετηθούν επίσημα για μέρος ή για το σύνολο αυτών που είπαν.

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ

Συμπληρώστε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, για να γίνετε μέλος της ΕΝ.Ε.Δ