Κώδικας Δεοντολογίας

ΚΑΤΟΝΟΜΆΖΟΝΤΑΣ ΥΠΌΠΤΟΥΣ


Το αν θα αποκαλυφθεί ή θα αναφερθεί εν γένει το όνομα ενός υπόπτου για ποινικά αδικήματα αποτελεί ανέκαθεν φλέγον θέμα. Αυτό συμβαίνει, γιατί η κατονομασία υπόπτου συνδέεται με δεοντολογικά ζητήματα, που αφενός αφορούν στην εγκυρότητα και πληρότητα της είδησης, στο πλαίσιο της δημοσιογραφίας που υπηρετεί την αλήθεια και το δημόσιο συμφέρον, αφετέρου έχουν να κάνουν με τον σεβασμό στην προσωπικότητα, στην αξιοπρέπεια, στο απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής και στο τεκμήριο της αθωότητας του ατόμου και του πολίτη. Δεδομένου ότι ο ύποπτος δεν είναι πάντα ο δράστης, ο δημοσιογράφος οφείλει να συνυπολογίζει όλες τις παραμέτρους, ώστε να παράσχει τις απαραίτητες πληροφορίες, αλλά και να αποφεύγει την αμαύρωση της υπόληψης ενός ανθρώπου, που στο τέλος μπορεί και να αποδειχθεί αθώος. Η σύγχρονη δημοσιογραφία, ειδικά στην ηλεκτρονική μορφή της, φέρει την ιδιότητα της μονιμότητας στις δημοσιεύσεις αφού παρέχει πρόσβαση σε αρχεία, πηγές και γεγονότα, ανεξαρτήτως βάθους χρόνου. Πρέπει, για λόγους διόρθωσης και διαγραφής, να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πάντα διαθέσιμα και όχι απαραίτητα δημοσιευμένα, τα στοιχεία για τις περιπτώσεις που ένα άτομο έχει κατηγορηθεί ως ύποπτος για μια ποινική πράξη, για την οποία του έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, έχει καταδικαστεί ή αθωωθεί. Η κατονομασία υπόπτου και η απαγγελία κατηγοριών μπορεί να γίνεται από τις Αρχές ή τρίτους, επίσημα ή ανεπίσημα. Τα ερωτήματα που εγείρονται στις περιπτώσεις αυτές είναι αν θα πρέπει να γίνεται ρητή αναφορά ή να γνωστοποιείται γενικώς το όνομα του υπόπτου ή κατηγορουμένου σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις ή σε καμία ή, έστω, κατά περίπτωση. Ο σεβασμός στη νομιμότητα πρέπει να κατευθύνει τους χειρισμούς του δημοσιογράφου, ο οποίος επιβάλλεται να σέβεται το συγκεκριμένο δικαίωμα του ατόμου, μόνο και εφόσον το δημόσιο συμφέρον δεν απαιτεί κάτι άλλο. Με ιδιαίτερο σεβασμό και διακριτικότητα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται οι συγγενείς και οι φίλοι των ατόμων που έχουν καταδικαστεί ή κατηγορηθεί για έγκλημα, οι οποίοι δεν θα πρέπει να ταυτοποιούνται χωρίς τη συγκατάθεσή τους, εκτός αν σχετίζονται επί της ουσίας με την ιστορία. Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην ευάλωτη θέση των παιδιών που γίνονται μάρτυρες ή είναι θύματα εγκλήματος. Το τεκμήριο της αθωότητας πρέπει να είναι κυρίαρχο σε κάθε περίπτωση. Το θεμελιώδες δεοντολογικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί πριν από όλα, είναι αν πρέπει εν γένει να κατονομάζονται οι φερόμενοι ως ύποπτοι, αν δηλαδή το όνομα ως πληροφορία προσθέτει δημοσιογραφική αξία σε σχέση με τις λεπτομέρειες που συνθέτουν τελικά την είδηση. Το πρώτο κριτήριο που πρέπει να λάβει υπόψη του ο δημοσιογράφος είναι αν η κατηγορία είναι επίσημη οπότε το όνομα του υπόπτου μπορεί να αναφερθεί ή και όταν η υπόθεση έχει πάρει πλέον τη δικαστική οδό, εφόσον αυτό αποτελεί μέρος της δημόσιας καταγραφής των γεγονότων. Επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή στην περίπτωση που κατονομάσει ο δημοσιογράφος κάποιον ως ύποπτο, όταν πρόκειται για ανεπίσημη κατηγορία για τις πιθανές συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει, τόσο στην ιδιωτικότητα και στην υπόληψή του όσο και στις κοινωνικές σχέσεις, ακόμη και στην εξεύρεση εργασίας. Έτσι, θεμιτό είναι να μην προβαίνει ο δημοσιογράφος σε δημόσια κατονομασία, προτού απαγγελθούν προηγουμένως επίσημες κατηγορίες από τις Αρχές. Να σημειωθεί ότι για λόγους σκοπιμότητας, οι Αρχές μπορεί να διαρρεύσουν ένα όνομα, αλλά να μην το επιβεβαιώνουν επισήμως. Ενδείκνυται να οριστούν και να ληφθούν υπόψη τα κριτήρια με βάση τα οποία θεωρείται κάποιος ως ύποπτος. Για παράδειγμα, εάν  πρόκειται για τον δράστη ή τον ηθικό αυτουργό ή για κάποιο περιφερειακό πρόσωπο της ιστορίας. Επιπλέον, εάν πρόκειται για πρόσωπο δημόσιου ενδιαφέροντος που αφορά γενικώς την κοινή γνώμη. Κριτήριο αποτελεί ακόμη το είδος και η σοβαρότητα του αδικήματος. Μια προσέγγιση είναι να μην κατονομάζονται ύποπτοι για αδικήματα ήσσονος σημασίας. Δεοντολογικό θέμα προκαλεί η κατονομασία υπόπτων, όταν ενδέχεται να προκύψει δικαστική απαλλαγή ή αθώωση ή οι κατηγορίες αργότερα αποσυρθούν ή αποδειχθούν αναληθείς ή αβάσιμες, τόσο ως προς τις πιθανές βλάβες στην υπόληψη του ατόμου και της οικογένειάς του όσο και ως προς τη δυνατότητα επανόρθωσης. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να άμεσα να γίνει ορθή επανάληψη των πληροφοριών. Ωστόσο, είναι δύσκολο να διαγραφούν οριστικά όλα τα δημοσιεύματα και οι αναφορές, καθώς η αρχική δημοσίευση εξακολουθεί να υπάρχει και να διακινείται, ειδικά στο διαδίκτυο. Επειδή τα δικαιώματα της ελευθερίας του Τύπου και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής δεν είναι απόλυτα, ο δημοσιογράφος πρέπει πάντοτε να σταθμίζει το υπέρτερο ενδιαφέρον ενημέρωσης του κοινού και ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης (αλήθεια, ανθρώπινες ζωές) έναντι του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, το δικαίωμα του ατόμου να αποκαλύπτει ή να μην αποκαλύπτει και να ελέγχει-καθορίζει τις πληροφορίες που το αφορούν. Την προστασία των πληροφοριών έναντι της επιτακτικής ανάγκης δημοσίευσής τους. Ξεχωριστό ζήτημα  αποτελεί η νεανική εγκληματικότητα καθώς απαιτείται διακριτικός χειρισμός και κριτική ικανότητα εκ μέρους του συντάκτη για το αν πρέπει να αναφερθεί το όνομα ενός ανήλικου υπόπτου, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελαχιστοποίηση της ζημίας από δημοσιεύσεις για ανηλίκους, με κριτήρια τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ηλικία του. Κανόνας είναι ότι η δημοσίευση ονόματος υπόπτου προϋποθέτει αποκλειστικά την προηγηθείσα έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας. Εξαίρεση του κανόνα αποτελούν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ύποπτος από επίσημες αρχές προβαίνει ο ίδιος σε δημόσια δήλωση. Μια άλλη σημαντική και δημοσιογραφικά ορθή δίοδος είναι η προσέγγιση του υπόπτου. Όταν ένας δημοσιογράφος έρθει σε επαφή με τον ύποπτο, πολλές φορές μέσω του δικηγόρου του, τότε έχει την ευκαιρία να αποσπάσει μια δήλωση ή συνέντευξή του, αν φυσικά εκείνος το επιθυμεί. Με τον τρόπο αυτόν ο ύποπτος μπορεί να θεωρεί ότι υπερασπίζεται τα δικαιώματά του μέσω της δημοσίευσης της δικής του θέσης. Αν, όμως, ο ύποπτος εκφράσει ρητώς ότι δεν επιθυμεί να προβεί σε δημόσιες δηλώσεις, τότε αυτό γίνεται απολύτως σεβαστό και το όνομά του προστατεύεται διά της αποσιώπησης. Ωστόσο, εάν ο δημοσιογράφος δεν προσεγγίσει το άτομο, αλλά και δεν δημοσιεύσει το όνομα ενός δημοσίου προσώπου,   πολιτικού ή επιχειρηματία, διακινδυνεύει να αφήσει στην κοινή γνώμη την εντύπωση της απόκρυψης πληροφορίας για να προστατεύσει τον ύποπτο. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο κίνδυνος διαμόρφωσης μηχανισμών μυθοπλασίας. Στο κοινό δεν θα πρέπει να δίνεται η αφορμή για υποψία ότι το Μέσο μπορεί να αλλοιώνει τα πραγματικά γεγονότα. Γι’ αυτόν το λόγο απορρίπτεται ολοκληρωτικά η δημοσίευση φανταστικών ονομάτων, τόπων, ημερομηνιών, ενώ οφείλουν να τίθενται αυστηρά όρια στη χρήση μηχανισμών απόκρυψης.

  • Είναι θεμελιώδες δεοντολογικό ερώτημα το εάν πρέπει να κατονομάζονται οι φερόμενοι ως ύποπτοι, διότι αυτό προσθέτει δημοσιογραφική αξία στην είδηση
  • Ισχύει πάντα το τεκμήριο της αθωότητας
  • Το πρώτο κριτήριο που πρέπει να λάβουν υπόψη οι  Δημοσιογράφοι είναι αν η κατηγορία είναι επίσημη ή όχι. Εάν ναι, το όνομα του υπόπτου μπορεί να αναφερθεί
  • Να εξετάζονται οι πιθανές συνέπειες που μπορεί να προκληθούν, τόσο στην ιδιωτικότητα όσο και στην υπόληψή του ατόμου
  • Χρειάζεται προσοχή όταν για λόγους σκοπιμότητας, οι Αρχές διαρρεύσουν ένα όνομα, αλλά δεν το επιβεβαιώνουν επισήμως
  • Κριτήριο αποτελεί ακόμη το είδος και η σοβαρότητα του αδικήματος. Μια προσέγγιση είναι να μην κατονομάζονται ύποπτοι για αδικήματα ήσσονος σημασίας
  • Δεοντολογικό δίλημμα προκαλεί η κατονομασία υπόπτων, όταν ενδέχεται να προκύψει δικαστική απαλλαγή ή αθώωση ή οι κατηγορίες αργότερα αποσυρθούν ή αποδειχθούν αναληθείς ή αβάσιμες
  • Πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία-μεθοδολογία επανόρθωσης, κατά την οποία ο δημοσιογράφος, ως οφείλει, επανορθώνει χωρίς χρονοτριβή και δημοσιεύει ή μεταδίδει την αντίθετη άποψη, χωρίς, αναγκαστικά, ανταπάντηση, η οποία θα τον έθετε σε προνομιακή θέση έναντι του θιγομένου
  • Ακόμη, κατά περίπτωση, θα πρέπει να δοθεί μια δίκαιη ευκαιρία για την απάντηση εκ μέρους του υπόπτου ή κατηγορουμένου σε ανακρίβειες, όταν ζητηθεί, κάτι που, εκτός των άλλων, διασφαλίζει την προστασία προσωπικών δεδομένων
  • Ο δημοσιογράφος πρέπει πάντοτε να έχει υπόψη του την εξής στάθμιση: Το υπέρτερο ενδιαφέρον ενημέρωσης του κοινού και ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης (αλήθεια, ανθρώπινες ζωές) έναντι του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης
  • Απαιτείται διακριτικός χειρισμός και κριτική ικανότητα εκ μέρους του συντάκτη για το αν πρέπει να αναφερθεί το όνομα ενός ανήλικου υπόπτου, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελαχιστοποίηση της ζημίας από δημοσιεύσεις για ανηλίκους, με κριτήρια τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ηλικία του
  • Κανόνας είναι ότι η δημοσίευση ονόματος υπόπτου προϋποθέτει αποκλειστικά την προηγηθείσα έκδοση εισαγγελικής άδειας. Εξαίρεση του κανόνα αποτελούν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ύποπτος από επίσημες αρχές προβαίνει ο ίδιος σε δημόσια δήλωση
  • Μια σημαντική και δημοσιογραφικά ορθή δίοδος είναι η προσέγγιση του υπόπτου διότι θα έχει την ευκαιρία να αποσπάσει μια δήλωση ή συνέντευξή του, αν φυσικά εκείνος το επιθυμεί. Αν, όμως, ο ύποπτος εκφράσει ρητώς ότι δεν επιθυμεί να προβεί σε δημόσιες δηλώσεις, τότε αυτό γίνεται απολύτως σεβαστό
  • Εάν ο δημοσιογράφος δεν προσεγγίσει το άτομο, αλλά και δεν δημοσιεύσει το όνομα ενός δημοσίου προσώπου πολιτικού ή επιχειρηματία, διακινδυνεύει να αφήσει στην κοινή γνώμη την εντύπωση της απόκρυψης πληροφορίας για να προστατεύσει τον ύποπτο
  • Απορρίπτεται η δημοσίευση φανταστικών ονομάτων, τόπων, ημερομηνιών.

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ

Συμπληρώστε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, για να γίνετε μέλος της ΕΝ.Ε.Δ