Κώδικας Δεοντολογίας

ΚΟΙΝΩΝΙΚΆ ΔΊΚΤΥΑ ΚΑΙ ΕΙΔΉΣΕΙΣ


Τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media) εγείρουν ποικίλα ζητήματα για τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς. Η χρήση τους από επαγγελματίες δημοσιογράφους, με σκοπό τη διανομή πληροφοριών και περιεχομένου, είναι συχνή. Τα προφίλ στα κοινωνικά δίκτυα δίνουν στους δημοσιογράφους την ευκαιρία να δείξουν το πως συμπεριφέρονται ως άνθρωποι με απόψεις, συναισθήματα και προσωπικές εμπειρίες. Την ίδια στιγμή, ένας δημοσιογράφος που αναρτά απόψεις, δικές του ή άλλων, θα πρέπει να συναισθάνεται ότι είναι και εκπρόσωπος του ειδησεογραφικού οργανισμού στον οποίο δουλεύει. Σε έναν δημοσιογραφικό φορέα, που εστιάζει στη μετάδοση ειδήσεων με αμερόληπτο και ουδέτερο τρόπο, οι Δημοσιογράφοι πρέπει -το λιγότερο- να αποφεύγουν να εκφράζουν απόψεις για ζητήματα που εγείρουν έντονες διαφωνίες και προκαλούν οργισμένους διαλόγους. «Tweet» και «post» ενός δημοσιογράφου, με δογματικό ύφος και ισχυρή έκφραση γνώμης, μπορούν εύκολα να συνδεθούν με τον Οργανισμό ως σύνολο και να βλάψουν τη φήμη του ως αμερόληπτου Μέσου. Αυτό, στη συνέχεια, μπορεί να βλάψει τις σχέσεις του Οργανισμού με πηγές. Υπάρχει πάντα το ερώτημα αν αυτό ισχύει και για τις μη ειδησεογραφικές αναρτήσεις ενός δημοσιογράφου. Αυτές μπορούν, επίσης, να συνδεθούν με το Μέσο, αν εμπεριέχουν μια άποψη αμφιλεγόμενη. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο δημοσιογράφος εκφράζει απόψεις για ένα θέμα, το οποίο δεν καλύπτει. Αν και τα ΜΚΔ είναι πεδίο πολωτικών συζητήσεων, καλό είναι να αποφεύγονται τα θέματα που προκαλούν αντιπαράθεση, διότι κάποτε μπορεί ο δημοσιογράφος να κληθεί να καλύψει διαφορετικά θέματα ή μπορεί οι απόψεις ενός εργαζόμενου να επηρεάσουν τη δυνατότητα ενός άλλου εργαζόμενου να καλύψει τα θέμα. Για θέματα αθλητικού ή ψυχαγωγικού περιεχομένου, μπορεί να είναι αποδεκτό για δημοσιογράφους που δεν καλύπτουν αυτές τις κατηγορίες, να τα σχολιάζουν στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν και το να γράφει κανείς ενθουσιώδεις επαίνους ή βιτριολικά σχόλια, μπορεί, και εδώ, να δημιουργήσει θέμα. Οι Δημοσιογράφοι στα social media πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στην επαγγελματική τους υπόσταση και στην προσωπική τους ζωή και ιδιωτικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γνωρίζουν ότι ακόμα και κάποια «posts» ή μηνύματα, που προορίζονται ως ιδιωτικά, μπορούν πολύ εύκολα να κοινοποιηθούν και να διαμοιραστούν, όπως ακριβώς ένα email μπορεί να προωθηθεί και οι συνομιλίες να ηχογραφηθούν. Συνεπώς, οι Δημοσιογράφοι δεν πρέπει ποτέ να θεωρούν ότι οι αναρτήσεις τους είναι ιδιωτικές και όχι επαγγελματικές, και να παραβιάζουν τον κώδικα δεοντολογίας του Μέσου στο οποίο εργάζονται. Ουσιαστικά, όσο βρίσκονται στο περιβάλλον των social media, είναι διαρκώς σε «κοινή θέα». Τα κοινωνικά δίκτυα αναδεικνύουν το γεγονός ότι οι Δημοσιογράφοι θεωρούνται από το κοινό Δημοσιογράφοι 24/7. Σε καταστάσεις όπου αναμένεται από τον δημοσιογράφο να αποφεύγει την έκφραση άποψης, μπορεί ο ίδιος να κάνει «retweets», να κάνει «reshare» ή να κοινοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο τις απόψεις άλλων. Η καλύτερη πρακτική είναι να επισυνάπτει κάποιο σχόλιο σε τέτοιες αναρτήσεις για να εντάσσονται στο κατάλληλο νοηματικό πλαίσιο, ώστε η αναπαραγωγή (repost) ενός άρθρου ή μιας άποψης να μην εκλαμβάνεται ως προσυπογραφή του. Είναι αποδεκτά τα απλά «retweets» και τα «reshares» άρθρων με σκληρή άποψη, αρκεί στις πληροφορίες του προφίλ τους στο εκάστοτε κοινωνικό δίκτυο να ξεκαθαρίζεται ότι αυτά δεν συνιστούν προσυπογραφή. Μια τέτοια δήλωση μπορεί και να χάνει τη σημασία της, όταν ένας δημοσιογράφος συστηματικά κοινοποιεί απόψεις μιας συγκεκριμένης οπτικής, μιας συγκεκριμένης πλευράς. Σε γενικές γραμμές, οι Δημοσιογράφοι πρέπει να αποφεύγουν να εμπλέκονται σε οργισμένους διαλόγους με συναδέλφους δημοσιογράφους, πηγές ή μέλη του κοινού για οποιοδήποτε θέμα. Έχουν την υποχρέωση να αντιμετωπίζουν τους άλλους με σεβασμό. Οι Δημοσιογράφοι πρέπει να εμφανίζονται επωνύμως στα social media, αναγράφοντας το όνομα και το Μέσο για το οποίο εργάζονται στα βιογραφικά σημειώματα των προφίλ τους στα διάφορα κοινωνικά δίκτυα. Ελάχιστες εξαιρέσεις μπορεί να υπάρξουν σε αυτόν τον κανόνα -για παράδειγμα, μπορεί να επιτραπεί σε έναν δημοσιογράφο να δημιουργήσει ένα προφίλ/λογαριασμό με σκοπό να κινηθεί μυστικά για τις ανάγκες μιας δημοσιογραφικής έρευνας. Η πρακτική αυτή είναι επικίνδυνη και θα πρέπει να επιλέγεται πολύ σπάνια και μόνο σε περιπτώσεις διερεύνησης θεμάτων υψηλής σημασίας, που δεν μπορούν να ερευνηθούν με άλλο τρόπο. Δεν αρκεί, όμως, μόνο η αναφορά του ονόματος και του Μέσου, για να κερδίσει ο δημοσιογράφος το στοίχημα της αξιοπιστίας στο περιβάλλον των social media. Στα κοινωνικά δίκτυα, η αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη κερδίζονται Μέσα από την επιμονή και με το να «χτίζει» κανείς σχέσεις μέσω της διάδρασης και του «sharing». Οι Δημοσιογράφοι πρέπει να αναφέρουν μόνο ειδήσεις που προέρχονται από επίσημες πηγές και να αποφεύγουν τις φήμες, είτε τις βρουν σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης είτε τις ακούσουν τυχαία σε κάποιο δημόσιο χώρο. Ο κίνδυνος της διασποράς παραπληροφόρησης είναι μεγάλος. Εξαίρεση δικαιολογείται στην περίπτωση Δημοσιογράφων που ειδικεύονται στη χρήση των social media για την επιβεβαίωση φημών μέσω crowdsourcing (άντληση πληροφοριών από χρήστες). Στην περίπτωση αυτή, υλικό που αποτελεί απλή φήμη θα πρέπει να παρουσιάζεται ξεκάθαρα ως τέτοιο. Το Μέσο πρέπει να έχει συγκεκριμένη πολιτική σχετικά με το εάν και υπό ποιες συνθήκες το ίδιο ή οι Δημοσιογράφοι του θα μπορούν να κάνουν tweet ή να «ποστάρουν» πληροφορίες που έχουν αποκαλυφθεί από άλλον δημοσιογραφικό οργανισμό ή από άλλο ρεπόρτερ. Η λύση θα ήταν να το κάνουν μόνο αν γνωρίζουν καλά τον ρεπόρτερ από τον οποίο προήλθαν οι πληροφορίες. Επίσης, αν η πηγή αναφέρεται και είναι αξιόπιστη. Αυτό το κάνουν μόνο αν το Μέσο τους έχει ήδη χρησιμοποιήσει την εν λόγω πληροφορία σε δικό του ρεπορτάζ. Όταν ένα επιφανές δημόσιο πρόσωπο, κυβερνητικός οργανισμός ή μια επιχείρηση κοινοποιεί απευθείας πληροφορίες μέσω κοινωνικών δικτύων είναι λογικό για τον δημοσιογράφο να αναπαράγει αυτή την πληροφορία, με κάποιους όμως περιορισμούς. Θα πρέπει να είναι βέβαιος ο δημοσιογράφος ότι ο λογαριασμός που εξετάζει είναι αυθεντικός. Η καλύτερη προσέγγιση είναι να ρωτήσει ο δημοσιογράφος κάποιον εκπρόσωπο, αν ο λογαριασμός είναι πραγματικός/αυθεντικός (και να το κάνει αυτό πριν «σκάσει» η είδηση). Όταν επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα ενός λογαριασμού (account), ο δημοσιογράφος πρέπει να μάθει ό,τι μπορεί σχετικά με το ποιος διαχειρίζεται τον λογαριασμό. Θα μπορέσει να πάρει καλύτερες αποφάσεις αν μια διασημότητα ή αν ένας υπάλληλός του, για παράδειγμα, είναι αυτός που στην πραγματικότητα ποστάρει. Ο δημοσιογράφος οφείλει να προσέχει πολύ ασυνήθιστες αναρτήσεις, απρόσμενα λάθη γραμματικής ή απερίφραστα διατυπωμένες πολιτικές απόψεις, έξω από τα δόντια. Από δεοντολογικής άποψης, είναι θεμιτό για έναν δημοσιογράφο να μοιράζεται ειδήσεις στα social media, ωστόσο, θα χρειαστεί να αναλογιστεί όταν πρέπει να αποφασίσει αν θα περάσει την είδηση στα social media ή αν θα περιμένει έως ότου διανεμηθεί με κάποιον άλλο τρόπο. Ο δημοσιογράφος θα χρειαστεί να σκεφτεί ζητήματα ασφάλειας, που ενδέχεται να ανακύπτουν από την απόφασή του να αναρτήσει κάτι στα social media. Πηγές, απλοί πολίτες, πρωταγωνιστές του ρεπορτάζ ή και συνάδελφοι Δημοσιογράφοι μπορεί να τεθούν σε κίνδυνο από ένα απρόσεκτο tweet ή post, όπως, για παράδειγμα, αν αναφέρει την ακριβή τοποθεσία κάποιου Μέσα σε εμπόλεμη ζώνη ή αν αποκαλύπτει την ταυτότητα μιας πηγής που ρίσκαρε τη ζωή της για να παρέχει πληροφορίες στον ίδιο. Όποτε ο δημοσιογράφος έχει την παραμικρή αμφιβολία ως προς αυτό, δεν θα πρέπει να κάνει οποιαδήποτε ανάρτηση. Σε κάθε περίπτωση, τα κοινωνικά δίκτυα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για να «κόβει δρόμο» ο δημοσιογράφος στο ρεπορτάζ. Όταν ένα κομβικό ερώτημα σε ένα θέμα απαντάται μόνο εν μέρει ή εμμέσως από το tweet ενός κυβερνητικού αξιωματούχου, ο δημοσιογράφος δεν πρέπει να συμβιβάζεται ή να αρκείται σε αυτό. Πρέπει να βρει τον ίδιο τον αξιωματούχο και να μάθει περισσότερα. Ο συντάκτης οφείλει να προσπαθήσει να ακολουθεί ή έστω να επιχειρήσει να κάνει αίτημα «friend» σε ανθρώπους και από τις δύο πλευρές ενός αμφιλεγόμενου θέματος, για να αποφύγει να κατηγορηθεί για μεροληψία. Για τον Οργανισμό, η σύνδεση των εργαζομένων σε κοινωνικά δίκτυα, όπως το Twitter, το Facebook ή το LinkedIn, θεωρείται κεντρικής σημασίας και άρα η ελεύθερη επιλογή στα αιτήματα φιλίας ενθαρρύνεται. Το να «ακολουθεί» κανείς συναδέλφους στο ίδιο newsroom σε δίκτυα, όπως το Twitter, θεωρείται γενικώς θεμιτό καθώς το «follow» είναι μια μονόπλευρη ενέργεια, που δεν προϋποθέτει έγκριση του άλλου. Οτιδήποτε αναρτάται σε ένα κοινωνικό δίκτυο είναι δημόσιο. Ακόμα και τα περιεχόμενα σε ιστοσελίδες που προστατεύονται από τη χρήση password μπορούν να αποκαλυφθούν από κάποιον που έχει πρόσβαση. Ως αποτέλεσμα, κάποιοι ρεπόρτερ πιστεύουν πως όποιος «ποστάρει» στα κοινωνικά δίκτυα δεν περιμένει οι αναρτήσεις του να είναι στ’ αλήθεια ιδιωτικές, ανεξάρτητα από το τι ρυθμίσεις ιδιωτικότητας έχει επιλέξει ή πόσους λίγους φίλους/ακολούθους έχει. Οι Δημοσιογράφοι, αν επιθυμούν να παραθέσουν λέξη προς λέξη ένα post που κοινοποιήθηκε σε πολύ μικρό αριθμό ανθρώπων, έχουν την υποχρέωση να επικοινωνήσουν με αυτόν που έκανε την ανάρτηση και τουλάχιστον να τον ενημερώσουν ότι σκοπεύουν να παραθέσουν αποφθεγματικά το εν λόγω post. Επίσης, είναι αναγκαίο να επιβεβαιώσουν πρώτα ότι η ανάρτηση που αναπαράγουν αντανακλά τον γενικότερο τόνο/ύφος των αναρτήσεων του συγκεκριμένου χρήστη. Σε κάθε περίπτωση, οι Δημοσιογράφοι όταν παραθέτουν περιεχόμενο από αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, θα πρέπει να αποσαφηνίζουν ότι προέρχεται από συγκεκριμένο κοινωνικό δίκτυο. Τη διαχείριση των εταιρικών λογαριασμών των Μέσων στα social media την αναλαμβάνουν στελέχη με συγκεκριμένη εξουσιοδότηση και βάσει συγκεκριμένης εταιρικής πολιτικής και καθοδήγησης.

  • Θα πρέπει να είναι βέβαιος ο δημοσιογράφος ότι ο λογαριασμός δημοσίου προσώπου ή φορέα που εξετάζει είναι αυθεντικός
  • Η καλύτερη προσέγγιση είναι να ρωτήσει ο δημοσιογράφος κάποιον εκπρόσωπο, αν ο λογαριασμός είναι πραγματικός/αυθεντικός (και να το κάνει αυτό πριν «σκάσει» η είδηση)
  • Όταν επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα ενός λογαριασμού (account), ο δημοσιογράφος πρέπει να μάθει ό,τι μπορεί σχετικά με το ποιος διαχειρίζεται τον λογαριασμό
  • Ο δημοσιογράφος οφείλει να προσέχει πολύ ασυνήθιστες αναρτήσεις (posts), απρόσμενα λάθη γραμματικής ή απερίφραστα διατυπωμένες πολιτικές απόψεις, έξω από τα δόντια.
  • Ακόμα και οι προσωπικές αναρτήσεις ή τα posts για θέματα άσχετα με το ρεπορτάζ που καλύπτει ο  δημοσιογράφος μπορούν να συνδεθούν με το Μέσο Ενημέρωσης και να πλήξουν το κύρος του
  • Ο δημοσιογράφος δεν πρέπει να θεωρεί καμιά ανάρτησή του στα social media προσωπική, καθώς κάθε έννοια απορρήτου μπορεί να παραβιαστεί
  • Σε περίπτωση αναπαραγωγής (retweet, repost, reblogging), να προτάσσεται ένα σχόλιο του / της δημοσιογράφου που θέτει το νοηματικό πλαίσιο, διαφορετικά η απλή αναπαραγωγή μπορεί να υποδηλώνει προσυπογραφή ή συμφωνία με το αρχικό post
  • Ο δημοσιογράφος  αποφεύγει την εμπλοκή σε online λογομαχίες και οργισμένους διαλόγους με άλλους δημοσιογράφους ή μέλη του κοινού.
  • Απευθύνεται πάντα με σεβασμό, δεν ξεπερνά τα όρια της ευπρέπειας στον δημόσιο λόγο και δεν  παρασύρεται σε υβριστικούς χαρακτηρισμούς
  • Ένθερμοι, πλην πολιτισμένοι, διάλογοι δεν αποκλείονται για δημοσιογράφους
  • Ο δημοσιογράφος που έχει παρουσία στα social media εμφανίζεται πάντα επωνύμως, αναγράφοντας το ονοματεπώνυμο και το Μέσο για το οποίο εργάζεται
  • Κοινοποιεί φήμες μόνο αν διευκρινίσει ότι πρόκειται για φήμες ή αν το θέμα παρουσιάζει ευρύτερο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, π.χ. το θιγόμενο πρόσωπο αντιδρά δημόσια για αυτές
  • Κοινοποιεί ειδήσεις από άλλα Μέσα αλλά υπό όρους: αν είναι συμβατό με την πολιτική που τηρεί στο θέμα αυτό το Μέσο του, αν γνωρίζει καλά τον ρεπόρτερ που έχει κάνει την αποκάλυψη, αν αναγράφεται η πηγή ή αν η είδηση έχει αξιοποιηθεί και σε ρεπορτάζ του Μέσου στο οποίο εργάζεται
  • Πριν αναρτήσει κάποια είδηση, αναλογίζεται ζητήματα ασφάλειας που μπορεί να ανακύπτουν όπως το να αποκαλύπτει την ταυτότητα μιας πηγής που σε αυτή την περίπτωση θα βρεθεί σε κίνδυνο ή την τοποθεσία κάποιου που βρίσκεται σε εμπόλεμη ζώνη
  • Δεν χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που βρίσκει στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να «κερδίσει έδαφος» στο ρεπορτάζ. Παίρνει το έναυσμα, αλλά επιδιώκει περαιτέρω απευθείας επαφή για πιο αξιόπιστη και ολοκληρωμένη πληροφόρηση
  • Ακολουθεί ή «κάνει friend» πηγές, αλλά φροντίζει να είναι ισομερώς και από τις δύο πλευρές ενός θέματος. Αποφεύγει τα αιτήματα φιλίας σε ανώνυμες/κρυφές πηγές, καθώς η κίνηση αυτή μπορεί να προδώσει την εμπιστευτική σχέση
  • Ενθαρρύνεται η σύνδεση μέσω social media συναδέλφων στο ίδιο Μέσο ή newsroom, ειδικά όταν αυτό γίνεται σε κοινωνικά δίκτυα που δεν προϋποθέτουν αποδοχή ή ανταπόδοση (όπως, π.χ., το twitter). Ενδείκνυται να αποφεύγεται από προϊσταμένους προς υφισταμένους 
  • Αν ο δημοσιογράφος παραθέσει tweet ή post άλλου προσώπου, τον ενημερώνει σε περίπτωση που αυτό έχει κοινοποιηθεί σε λίγα άτομα (σεβασμός σε ρυθμίσεις απορρήτου/ιδιωτικότητας) και αναφέρει πάντα ότι προέρχεται από κοινωνικό δίκτυο
  • Όταν γίνεται λάθος, ο δημοσιογράφος υποχρεούται να προβαίνει σε διόρθωση
  • Σταθμίζει τις επιπτώσεις ενός ριπόρτ ή μπλοκ σε κάποιον συνομιλητή του.

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ

Συμπληρώστε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, για να γίνετε μέλος της ΕΝ.Ε.Δ