ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ

Κατονομάζοντας υπόπτους για ποινικά αδικήματα κι εγκλήματα

Πρακτικές

  • Το θεμελιώδες δεοντολογικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί πριν από όλα είναι αν πρέπει εν γένει να κατονομάζονται οι φερόμενοι ως ύποπτοι, αν δηλαδή το όνομα ως πληροφορία προσθέτει δημοσιογραφική αξία σε σχέση με τις λεπτομέρειες που συνθέτουν τελικά την είδηση. 
  • Το πρώτο κριτήριο που πρέπει να λάβει υπόψη του ο δημοσιογράφος είναι αν η κατηγορία είναι επίσημη ή όχι, σεβόμενος το βασικό δικαίωμα της ιδιωτικότητας. Μια προσέγγιση είναι ότι το όνομα του υπόπτου μπορεί να αναφερθεί όταν πρόκειται για επίσημη κατηγορία από τις Αρχές ή και όταν η υπόθεση έχει πάρει πλέον τη δικαστική οδό, εφόσον αυτό αποτελεί μέρος της δημόσιας καταγραφής των γεγονότων. 
  • Επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή στην περίπτωση που κατονομάσει ο δημοσιογράφος κάποιον ως ύποπτο, όταν πρόκειται για ανεπίσημη κατηγορία (από κάποιον πολίτη και όχι την Αστυνομία) για τις πιθανές συνέπειες που μπορεί να προκληθούν τόσο στην ιδιωτικότητα και την υπόληψή του όσο και στις κοινωνικές σχέσεις, ακόμη και την εξεύρεση εργασίας. Έτσι, θεμιτό είναι να μην προβαίνει ο δημοσιογράφος σε δημόσια κατονομασία, προτού απαγγελθούν προηγουμένως επίσημες κατηγορίες από τις Αρχές. Ωστόσο, μείζον ζήτημα αποτελεί και η διαρροή πληροφόρησης και για αυτό απαιτείται η απόφαση της διεύθυνσης σύνταξης. 
  • Ενδείκνυται να οριστούν και να ληφθούν υπόψη τα κριτήρια με βάση τα οποία θεωρείται κάποιος ύποπτος: Πρόκειται για τον δράστη ή τον ηθικό αυτουργό ή για κάποιο περιφερειακό πρόσωπο της ιστορίας; Επιπλέον, πρόκειται για πρόσωπο δημόσιου ενδιαφέροντος που αφορά γενικώς την κοινή γνώμη; 
  • Κριτήριο αποτελεί ακόμη το είδος και η σοβαρότητα του αδικήματος. 
  • Δεοντολογικό δίλημμα προκαλεί η κατονομασία υπόπτων, όταν ενδέχεται να προκύψει δικαστική απαλλαγή ή αθώωση ή οι κατηγορίες αργότερα αποσυρθούν ή αποδειχθούν αναληθείς ή αβάσιμες τόσο ως προς τις πιθανές βλάβες στην υπόληψη του ατόμου και της οικογένειάς του όσο και ως προς τη δυνατότητα επανόρθωσης. Σε αυτήν την περίπτωση η είδηση πρέπει να επικαιροποιηθεί άμεσα με επανάληψη στο ορθό των πληροφοριών και, ενδεχομένως, να υπάρξει επιπλέον μια συνέχεια του θέματος (follow up story). Ωστόσο, είναι δύσκολο να διαγραφούν οριστικά όλα τα δημοσιεύματα και οι αναφορές, καθώς η αρχική δημοσίευση εξακολουθεί να υπάρχει και να διακινείται – ειδικά στο διαδίκτυο. Στην περίπτωση ορθής επανάληψης, στο διαδίκτυο δεν διαγράφεται τίποτα. Υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία- μεθοδολογία επανόρθωσης, κατά την οποία ο δημοσιογράφος ως οφείλει, επανορθώνει χωρίς χρονοτριβή, με ανάλογη παρουσίαση και ενδεδειγμένο τονισμό, τυχόν ανακριβείς πληροφορίες και ψευδείς ισχυρισμούς, που προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ανθρώπου και του πολίτη και δημοσιεύει ή μεταδίδει την αντίθετη άποψη, χωρίς, αναγκαστικά, ανταπάντηση, η οποία θα τον έθετε σε προνομιακή θέση έναντι του θιγομένου. Ακόμη, κατά περίπτωση, θα πρέπει να δοθεί μια δίκαιη ευκαιρία για την απάντηση εκ μέρους του υπόπτου ή κατηγορουμένου σε ανακρίβειες, όταν ζητηθεί, κάτι που εκτός των άλλων διασφαλίζει την προστασία προσωπικών δεδομένων. 
  • Ο δημοσιογράφος πρέπει πάντοτε να έχει υπ’ όψιν του την εξής στάθμιση: Το υπέρτερο ενδιαφέρον ενημέρωσης του κοινού και ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης (αλήθεια, ανθρώπινες ζωές) έναντι του δικαιώματος της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, το δικαίωμα του ατόμου να αποκαλύπτει ή να μην αποκαλύπτει και να ελέγχει - καθορίζει τις πληροφορίες που το αφορούν έναντι της κρατικής εξουσίας. Την προστασία των πληροφοριών έναντι της επιτακτικής ανάγκης δημοσίευσής των. 
  • Στη νεανική εγκληματικότητα απαιτείται διακριτικός χειρισμός και κριτική ικανότητα εκ μέρους του συντάκτη για το αν πρέπει να αναφερθεί το όνομα ενός ανήλικου υπόπτου, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελαχιστοποίηση της ζημίας από δημοσιεύσεις για ανηλίκους, με κριτήρια τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ηλικία του. 
  • Ο κανόνας είναι ότι η δημοσίευση ονόματος υπόπτου προϋποθέτει αποκλειστικά την προηγηθείσα έκδοση εισαγγελικής άδειας. Εξαίρεση του κανόνα αποτελούν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ύποπτος προβαίνει ο ίδιος σε δημόσια δήλωση. Αυτό για παράδειγμα συνέβη σε υπόθεση φοροδιαφυγής, με το εν λόγω πρόσωπο να προβαίνει σε δημόσια δήλωση, προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Τα Μέσα κατόπιν τούτου δεν είχαν λόγο να αποσιωπήσουν το όνομά του. 
  • Μια άλλη σημαντική και δημοσιογραφικά ορθή δίοδος είναι η προσέγγιση του υπόπτου. Όταν ένας δημοσιογράφος έρθει σε επαφή με τον ύποπτο, πολλές φορές μέσω του δικηγόρου του, τότε έχει την ευκαιρία να αποσπάσει μια δήλωση ή συνέντευξή του, αν φυσικά εκείνος το επιθυμεί. Με τον τρόπο αυτόν ο ύποπτος μπορεί να θεωρεί ότι υπερασπίζεται τα δικαιώματά του μέσω της δημοσίευσης της δικής του θέσης. «Η δημοσίευση είναι η ψυχή της Δικαιοσύνης», έλεγε ο Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ, Ελβετός φιλέλληνας που έγραφε στην εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά». 
  • Αν, όμως, ο ύποπτος εκφράσει ρητώς ότι δεν επιθυμεί να προβεί σε δημόσιες δηλώσεις, τότε αυτό γίνεται απολύτως σεβαστό και το όνομά του προστατεύεται διά της αποσιώπησης. Ο κανόνας παραμένει ότι το όνομα του υπόπτου δεν δημοσιεύεται, καθώς πάντα υπάρχει, τελικώς, η πιθανότητα αποδείξεως του εναντίου. 
  • Ιδιαίτερη προσοχή επισείει ο κίνδυνος διαμόρφωσης μηχανισμών μυθοπλασίας. Σε κανέναν χρήστη δεν θα πρέπει να δίνεται η αφορμή για υποψία ότι η ενημερωτική ιστοσελίδα μπορεί να αλλοιώνει τα πραγματικά γεγονότα. Γι’ αυτόν το λόγο απορρίπτεται ολοκληρωτικά η δημοσίευση φανταστικών ονομάτων, τόπων, ημερομηνιών, ενώ οφείλουν να τίθενται από τους διευθυντές σύνταξης, αυστηρά όρια στη χρήση μηχανισμών απόκρυψης. Για λόγους σεβασμού στο απόρρητο της ιδιωτικότητας πρωτίστως και εφόσον δεν θίγεται το δημόσιο συμφέρον, το Μέσο μπορεί να προστατεύσει την ταυτότητα του πρωταγωνιστή, αλλά σε κάθε περίπτωση οφείλει να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αποσιωπάται το όνομα.

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ

Συμπληρώστε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, για να γίνετε μέλος της ΕΝ.Ε.Δ